Ιστορικά παραλειπόμενα της Ποντιακής Γενοκτονίας

pontos

Μνημονεύσαμε – όσοι μνημονεύσαμε – για μια ακόμη φορά την -συμβατική- επέτειο της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Και λέω συμβατική, διότι βεβαίως η υπόθεση αυτή στην ουσία είχε ξεκινήσει από επικράτησης νεοτούρκων, για να μη μιλήσουμε για τις συστηματικές οθωμανικές σφαγές, που είναι διαχωρίσιμες μόνο για λόγους μελέτης (και ΚΑΝΕΝΑΝ άλλο).

Είναι γεγονός ότι, όποιος ενδιαφέρεται, πολλά μπορεί να ακούσει και να μάθει περί αυτού. Γεγονότα, περιστατικά, μαρτυρίες, ακόμη και αντιτουρκικοί λίβελλοι και ξεσπαθώματα. Ουδεμία αντίρρησις. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που, όποιος συμβεί να διερωτηθεί – πολύ λογικά βεβαίως, δεν θα μπορέσει να διαλευκάνει, παρά μόνο ερευνώντας ο ίδιος σε εξειδικευμένες ιστορικές εκδόσεις και τα παρόμοια. Και αυτό αφορά την εν γένει στάση και διαχείριση του θέματος από το «Εθνικόν Κέντρον», το νεοελληνικό κράτος. Το αν αυτό είναι παράξενο ή όχι, ας το κρίνει ο αναγνώστης στο τέλος.

Επιχειρώ λοιπόν να προσεγγίσω, πολύ συνοπτικά και επιγραμματικά και με βάση τα όσα επί πολλά έτη αλίευσα από κάθε είδους πηγή (τις περισσότερες δεν τις θυμάμαι καν με ακρίβεια, όσα γράφω όμως διασταυρώνονται εύκολα), τρία βασικά ερωτήματα:

    α. Τι είχε υποχρέωση να κάνει το «Εθνικόν Κέντρον»;

    β. Τι δυνατότητες είχε;

    γ. Τι έκανε;

Να ξεκαθαρίσουμε βεβαίως, ότι θεωρώ αυτονόητο ότι ο αναγνώστης έχει μια βασική γνώση της ιστορικής πορείας του θέματος.

Ξεκινώντας από το πρώτο ερώτημα, η απάντηση είναι μάλλον αυτονόητη: το Ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του αυτοανακηρύχθηκε «Εθνικόν Κέντρον», τουτέστιν αρωγός, προστάτης και σημείο αναφοράς και φορέας πολιτικής υπόστασης του ανά τον κόσμον Ελληνισμού, πολύ δε περισσότερο του υποδούλου και διωκόμενου. Ειδικά για την περίπτωση, καθήκον του ήταν η με κάθε μέσο προστασία και υποστήριξη του Ποντιακού Ελληνισμού, μαζί με την ένταξή του σε συνολική στρατηγική προαγωγής της εθνικής ολοκλήρωσης, ασφάλειας και ευημερίας. Όποιος δεν συμφωνεί, ας μη χάνει χρόνο διαβάζοντας παρακάτω.

Ας απαντήσουμε κατά προτεραιότητα στο τρίτο ερώτημα, για να διευκολύνουμε την προσέγγιση του δευτέρου.

Οι προθέσεις των νεοτούρκων αποκαλύφθηκαν ωμά και απερίφραστα πολύ νωρίς, πριν καν αρχίσουν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, σε διάψευση όσων καλλιεργούσαν χίμαιρες περί του αντιθέτου. Με την έναρξη δε του Α΄ΠΠ πήραν διαστάσεις πλήρους εκστρατείας (και με την συμπαράσταση και «επιστημονική» βοήθεια των «πολιτισμένων» συμμάχων τους Γερμανών). Και η Ελλάδα;

Το νεοελληνικό κράτος, υπό τις τότε συνθήκες (κλίμα πατριωτικής έξαρσης, παρουσία πολλών και σημαινόντων Ελλήνων με καταγωγή από τους πληττόμενους υποδούλους κ.α ) δεν είχε περιθώρια αδιαφορίας. Και αν θεωρήσουμε ότι μερικές (αναποτελεσματικές) παραστάσεις διαμαρτυρίας προς ενδιαφερομένους και μη είναι αρκετές, τότε, ναι, έπραξε το καθήκον της.

Κατά τα άλλα, στο διχασμό που ακολούθησε  το ξέσπασμα του μεγάλου πολέμου, η μία παράταξη, αυτή των Κωνσταντινικών (και όχι Βασιλικών, διότι η διαφωνία αφορούσε πολιτικά και όχι πολιτειακά θέματα), ευνοώντας την «με κάθε θυσία» ουδετερότητα, μάλλον περιελάμβανε στις «θυσίες» και τον Μικρασιατικό Ελληνισμό. Διότι αν περίμενε ότι με την ουδετερότητα θα απέτρεπε τους νεότουρκους από πράξεις κατά του χριστιανικού στοιχείου, είχε ήδη διαψευσθεί από τα γεγονότα. Κατά τα άλλα:

    α. Μπορεί κανείς να δεχτεί ότι η Ελλάδα, ήδη πιεσμένη οικονομικά και κοινωνικά ( αν και νικήτρια στρατιωτικά και πολιτικά) από δύο βαλκανικούς πολέμους, είχε συμφέρον να αποφύγει την εμπλοκή της σε μια σύρραξη που δεν την αφορούσε. Μετά την είσοδο στον πόλεμο της Τουρκίας και της Βουλγαρίας, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε. Αν μη τι άλλο, η περίπτωση νίκης των κεντρικών αυτοκρατοριών, θα σήμαινε την επιθετική επιστροφή των δύο ανοικτά επίβουλων γειτόνων (η Τουρκία είχε ξεκινήσει προετοιμασίες αμέσως μετά την ήττα της).

    β. Η εγκληματική συμπεριφορά της Τουρκίας έναντι των ομογενών φυσιολογικά έπρεπε να αποτελεί από μόνη της αιτία πολέμου.

    γ. Η διαφύλαξη της ουδετερότητας προϋποθέτει σθένος και αποφασιστική στάση, εμπνέουσα σεβασμό και/ή φόβο προς κάθε ενδιαφερόμενο. Η Ελλάδα με την ψοφοδεή και υποχωρητική στάση της κατέληξε ένα ανυπόληπτο κλωτσοσκούφι, με την επικράτειά της να μετατρέπεται σε «αμέρικαν μπαρ» από τους εμπολέμους, και τελικά σύρθηκε στον πόλεμο ως η εσχάτη των Γαλλικών αποικιών (αφού πρώτα ταπεινώθηκε πολλαπλώς), από τα τηλεβόλα του ναυάρχου Φουρνέ (και όχι από το κίνημα της μαριονέττας των Αγγλογάλλων, Βενιζέλου). Υπό τις συνθήκες αυτές, ορθολογικώτερο ήταν να επιδιωχθεί η εμπλοκή της χώρας να γίνει με τρόπο και σε χρόνο της επιλογής της, κατά το συμφερώτερο.

Η Βενιζελική πλευρά, βέβαια, δεν παρέλειψε να προβάλλει το επίμαχο θέμα, προωθώντας τη δική της πολιτική επιρροή. Και κάποια στιγμή, βρέθηκε στην κυβέρνηση, και με την πλευρά των νικητών. Τι έκανε τότε;

venizelos

Όχι και πολλά. Το θέμα του Ποντιακού Ελληνισμού καλά καλά δεν τέθηκε στις διαπραγματεύσεις (μάλλον μόνο ως ανταλλάξιμο χαρτί). Το Βενιζελικό καθεστώς φάνηκε να είναι υπερευχαριστημένο με τη συνθήκη των Σεβρών.

Κι αν δεν υπήρχε η συγκατάνευση των «μεγάλων», ο Βενιζέλος δεν φάνηκε να θέτει ούτε αντικειμενικούς σκοπούς επί του θέματος, ούτε εναλλακτικές στρατηγικές για την επίτευξή τους. Αν η ενσωμάτωση του Ποντιακού Ελληνισμού στον Εθνικό κορμό δεν ήταν πολιτικά εφικτή, δεν επεδιώχθη ούτε ακροθιγώς για παράδειγμα η εγκαθίδρυση ξεχωριστής πολιτικής υπόστασης με Ελληνική υποστήριξη, φανερή ή/και υπόγεια. Αν και αντιστάθηκαν όσο μπορούσαν, οι Πόντιοι αφέθηκαν να συνθλιβούν ανάμεσα στον άκμονα του Κεμάλ και τη σφύρα των νεόκοπων φίλων του, μπολσεβίκων.

Και όχι μόνον αυτό. Το Βενιζελικό καθεστώς υπήρξε κάθετα αντίθετο σε κάθε τέτοια προσπάθεια, σε σημείο που τα όργανά του εμπόδιζαν ακόμη και με τη βία αντίστοιχες πρωτοβουλίες (όπως εθελοντές που επεδίωκαν να αφιχθούν στον Πόντο για να συμβάλλουν προσωπικά στον εκεί αγώνα).

Και περνώντας στο δεύτερο ερώτημα, η θλιβερή ειρωνεία είναι πως οι περιστάσεις υπήρξαν σκανδαλωδώς ευνοϊκές για την Ελλάδα.

Ξεκινώντας από το ξέσπασμα του Α΄ΠΠ και της εθνοκάθαρσης, είναι πολύ πιθανό ότι μια αξιόπιστη απειλή εξόδου στον πόλεμο, θα εξανάγκαζε τη Γερμανία να βάλει χαλινάρι στους αιμοσταγείς συμμάχους της.

Πολύ περισσότερα όμως μπορούσαν να γίνουν μετά το τέλος του και με τη στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδας στη Μικρασία.

Όπου η δημιουργία και ενσωμάτωση Ποντιακού μετώπου στου Ελληνικούς στρατιωτικούς σχεδιασμούς, παρείχε μοναδικά στρατιωτικά και πολιτικά πλεονεκτήματα:

    α. Αύξηση της παρατακτής και εμπλεκόμενης ισχύος του Ελληνικού στρατού, δυσανάλογη προς την αντίστοιχη αύξηση του μετώπου.

    β. Δημιουργία μετώπου στα μετώπισθεν του Κεμάλ, και εγγύτερα στην πρωτεύουσά του.

    γ. Αντίστοιχη περικοπή του στρατηγικού του βάθους.

    δ. Απόφραξη των λιμένων και οδών ανεφοδιασμού του από τους μπολσεβίκους.

    ε. Ενθάρρυνση τάσεων αυτονομίας άλλων εθνοτικών ομάδων που διατηρούσαν την αυτοσυνειδησία τους (Λαζοί, Κιρκάσιοι, Άραβες, ακόμη και Κούρδοι), και ευκολώτερη ενίσχυσή τους.

    στ. Αποτροπή της μπολσεβίκικης επέμβασης. Η ισχυρή Ελληνική στρατιωτική παρουσία  στην περιοχή, θα εξανάγκαζε τους μπολσεβίκους (που είχαν πάρει ήδη μια γεύση), να σκεφτούν δύο φορές την εμπλοκή τους, τη στιγμή που είχαν πίσω τους μεγάλα ανοιχτά μέτωπα (κυρίως με Πολωνία, αλλά και με πλήθος αποσχιστικές κινήσεις, πχ Φινλανδών, Ουκρανών, Γεωργιανών κλπ).

Υπό τέτοιες συνθήκες, μπορεί κανείς να υποθέσει βάσιμα ότι ο Κεμάλ θα εξαναγκαζόταν σε ανακωχή, με ευνοϊκούς για την Ελλάδα όρους (πολύ πιο ευνοϊκούς από αυτούς που είχε ήδη προτείνει).

Ως προς το εφικτόν και σκόπιμον του πράγματος, θα μπορούσαμε να αρκεστούμε στη θετική εισήγηση της ομάδας αξιωματικών που το Γενικό Επιτελείο απέστειλε για αυτό το σκοπό.

Πέραν αυτού όμως, υπήρχαν και άλλοι ευνοϊκοί παράγοντες:

    α. Η μεγάλη διαθεσιμότητα πολεμικού υλικού σε χαμηλές τιμές, λόγω λήξης του πολέμου.

    β. Η δυνατότητα ναυτικής κυριαρχίας της Ελληνικής πλευράς, για πρώτη φορά μετά την περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, λόγω πλήρους έλλειψης  ναυτικών δυνάμεων από πλευράς Κεμάλ, και ουσιαστικού εκμηδενισμού των αντιστοίχων δυνατοτήτων των μπολσεβίκων (μετά την Αγγλογαλλική επέμβαση).

    γ. Η πρωτοβουλία ίδρυσης Ποντοαρμενικού κράτους, που εκ των πραγμάτων θα στρεφόταν προς τη Ελλάδα (ως του μόνου αρκετά ισχυρού και ενδιαφερόμενου ορθοδόξου χριστιανικού κράτους, δεδομένου  ότι η Ρωσία, παραδοσιακός προστάτης των ορθοδόξων, είχε περάσει στα χέρια των επισήμως αθέων μπολσεβίκων, που έτσι κι αλλιώς υποστήριξαν τον εθνικιστή και αντικομμουνιστή Κεμάλ). Οι Αρμένιοι διέθεταν ισχυρές μειονότητες και ομάδες πίεσης στα Δυτικά κράτη, και σε συνδυασμό με την Ελληνική πολιτική υποστήριξη και τη δυνατότητα αναχαίτισης των μπολσεβίκων, ενδέχεται να πετύχαιναν μια, καιροσκοπική έστω, αναγνώριση κρατικής οντότητας.

averof01

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΟΠΛΟ ΩΣ ΕΝΔΕΙΞΗ

Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να συζητάμε για Ελληνική παρουσία στον χώρο του Πόντου, χωρίς την απαραίτητη προϋπόθεση της ναυτικής κυριαρχίας.

Ακόμη και το «όνειρο» που αποδίδεται στον Βενιζέλο, για την Ελλάδα των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών, καθιστά αυτονόητη τη σημασία του Πολεμικού Ναυτικού. Μια χώρα με αντίστοιχες προσδοκίες, θα έπρεπε να μεριμνά με ζήλο για την ενίσχυση της ναυτικής της ισχύος, εκμεταλλευόμενη κάθε πόρο και κάθε ευκαιρία. Να σημειώσουμε βέβαια πως, για την εποχή, το Ναυτικό ήταν το πλέον δαπανηρό όπλο.

Το Ελληνικό Ναυτικό, δεν βγήκε από τον πόλεμο σε καλή κατάσταση. Τα λίγα και όχι και τόσο καινουργή πλοία του, είχαν κατασχεθεί από τους «συμμάχους» και επιστραφεί με εμφανή τα σημεία της παραμέλησης.

Ακόμη και έτσι όμως, οι ευνοϊκές συνθήκες στις οποίες αναφερθήκαμε, επέτρεπαν σε παλαιά πλοία όπως τα «Αβέρωφ», «Κιλκίς» και «Λήμνος» να ελέγχουν τις θαλάσσιες συγκοινωνίες στον Εύξεινο και να προβάλλουν την ισχύ πυρός τους στα Ποντιακά παράλια και σε αρκετό βάθος. Θα συνέβαλαν τοιουτοτρόπως αποφασιστικά τόσο  στην απομόνωση των κεμαλιστών και την αποτροπή των μπολσεβίκων, όσο και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή, ειδικά στα πρώτα στάδια, μέχρι να επιστρατευθούν, οργανωθούν, εξοπλιστούν και αναπτυχθούν αξιόμαχες δυνάμεις Ποντίων (και Αρμενίων).

Μπορεί λοιπόν κανείς να συμπεράνει ότι ο ζήλος περί του Ναυτικού συνιστά μέτρο του ζήλου περί τα Εθνικά. Και εδώ τα πράγματα, όπως τα παραδίδει η ιστορία, δεν συνάδουν με τα λόγια.

Από τη πρώτη στιγμή που βρέθηκε στην εξουσία, ο «εθνάρχης» Βενιζέλος έδειξε να έχει μια «ιδιαίτερη» αντίληψη περί ναυτικής ισχύος. Θα αναφερθούμε, πολύ επιγραμματικά, σε τρεις «χτυπητές» περιπτώσεις.

Κατά πρώτον, να ξεδιαλύνουμε έναν αρκετά διαδεδομένο μύθο: το «σύγχρονο» καταδρομικό «Αβέρωφ» (ήταν ήδη παρωχημένης τεχνολογίας όταν αγοράστηκε, υπό συνθήκες που παραπέμπουν σε μόνιμες παθογένειες του νεοελληνικού κράτους και όχι σε οργανωμένο πρόγραμμα εξοπλισμών), παραγγέλθηκε από τους προκατόχους του Βενιζέλου, και απλώς παραδόθηκε επί καθεστώτος του. Δεν αγοράστηκε από αυτόν.

Η πρώτη «δοκιμασία» του «εθνάρχη» σε ναυτικούς εξοπλισμούς, ήρθε αμέσως μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, με την Τουρκία να ξεκινά νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα αποβλέποντας σε δεύτερο γύρο, και το Ελληνικό Ναυτικό να προσπαθεί να αντιδράσει, αλλά με την κυβέρνηση Βενιζέλου να μην είναι θετική σε οποιαδήποτε διάθεση κονδυλίων. Τότε υπήρξε ένα «παράθυρο» ευκαιρίας: το μεγαλύτερο και ισχυρότερο θωρηκτό παγκοσμίως, το «Rio de Janeiro», παραγγελία της Βραζιλίας σε Αγγλικά ναυπηγεία, διατέθηκε προς πώληση σε συμφέρουσα τιμή (και σύντομη παράδοση), λόγω αδυναμίας αποπληρωμής από τον πελάτη. Οι προσπάθειες απόκτησής του προσέκρουσαν στην άρνηση του Βενιζέλου, με επιχειρήματα του τύπου «οι Έλληνες με μερικά τορπιλοβόλα μπορούν να κάνουν θαύματα».

Αναγκάστηκε να αλλάξει γνώμη εν μία νυκτί, όταν η Τουρκία έσπευσε να αποκτήσει το «RdJ» ως «Yavuz Sultan Selim» , προκαλώντας τέτοιο πανικό στην ηγεσία του Στόλου, ώστε ο ναύαρχος Κουντουριώτης να προτείνει να ενεδρεύσει ο ίδιος με το υποβρύχιο «Δελφίν» στο Γιβραλτάρ και να το τορπιλίσει κατά τον πλουν παράδοσης (μια πειρατική πράξη σε καιρό ειρήνης, αιτία πολέμου από μόνη της, χώρια που το μισό πλήρωμα θα ήταν Άγγλοι), προκαλώντας εγκεφαλικά στην κυβέρνηση. Εγκρίθηκε έτσι εσπευσμένα η αγορά δύο προς απόσυρση παλαιών Αμερικάνικων θωρηκτών, που ονομάστηκαν «Κιλκίς» και «Λήμνος». Συνολικά τα δύο πλοία κόστισαν πάνω από το αντίτιμο που ζητούσαν τα Αγγλικά ναυπηγεία για το «RdJ», ενώ και τα δύο μαζί δεν έφταναν την ισχύ πυρός του (και δε μιλάμε για θωράκιση, ταχύτητα, κεντρικό έλεγχο πυρός, επίπεδο τεχνολογίας κλπ). Το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου ωστόσο, ματαίωσε την παράδοση του «RdJ» στην Τουρκία.

Τέθηκαν τότε και άλλες παραγγελίες πολεμικών πλοίων σε Αγγλία και Γαλλία, και κατά το σύνηθες προπληρώθηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος.  Τα πλοία αυτά κρατήθηκαν για τις ανάγκες του πολέμου και δεν παραδόθηκαν. Τοιουτοτρόπως, με το τέλος του, η Ελλάδα βρέθηκε με ένα αξιόλογο πιστωτικό υπόλοιπο, αφού τα παραγγελθέντα πλοία είχαν απαξιωθεί λόγω χρήσης, παλαιότητας και πτώσης τιμών εξαιτίας της μεταπολεμικής υπερπροσφοράς. Η ηγεσία του Ναυτικού πρότεινε την εκμετάλλευση της συγκυρίας, μαζί με τη διεκδίκηση ναυτικών μονάδων των ηττημένων στα πλαίσια των πολεμικών αποζημιώσεων (μεταξύ τους και το «RdJ» ως διεκδίκηση σε βάρος της Τουρκίας), για το σχηματισμό μιας ανέλπιστα ισχυρής ναυτικής δύναμης, κυριαρχούσης στην Α. Μεσόγειο. Ήλθε όμως αντιμέτωπη με την κλασσική αλλεργία του «εθνάρχη» απέναντι στη θάλασσα, πετυχαίνοντας μόνο την παραχώρηση ελαχίστων ελαφρών πολεμικών πλοίων, δευτερεύουσας συνεισφοράς στις ανάγκες του.

Η πλέον θλιβερή και όζουσα περίπτωση, βέβαια, αφορά την ιστορία του θωρηκτού «Σαλαμίς», που παραγγέλθηκε βάσει συγχρόνων προδιαγραφών σε Γερμανικά ναυπηγεία ως αντίπαλο δέος του «RdJ». Ο πόλεμος το βρήκε πολύ κοντά στην ολοκλήρωση στη ναυπηγική κλίνη, όπου και παρέμεινε. Μετά το πέρας του πολέμου, το ναυπηγείο ολοκλήρωσε την κατασκευή και ζήτησε την αποπληρωμή (μικρό ποσοστό του όλου τιμήματος) και παραλαβή του. Εδώ ο «εθνάρχης» ζωγράφισε: σε πλήρη διάσταση με τις απόψεις του Ναυτικού, χαρακτήρισε το πλοίο «απαρχαιωμένο και άχρηστο» και αρνήθηκε σθεναρά την παραλαβή. Τελικά, και αφού το θέμα πήγε σε διεθνή διαιτησία, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να αποπληρώσει το θωρηκτό και να καταβάλει επιπλέον τα έξοδα διάλυσής του, εν έτει 1928 (επί «εθνάρχη» πάλι, μετερχομένου επιπλέον επιχειρήματα του τύπου «θα μας προστατέψουν οι στόλοι της Κοινωνίας των Εθνών»), χωρίς ποτέ να το παραλάβει (το κατά πολύ παλαιότερο και κατώτερο «Αβέρωφ» έμεινε σε υπηρεσία μέχρι το τέλος του Β’ΠΠ). Υποθέτω, ότι ο μόνος λόγος που η ιστορία αυτή δεν είναι ευρέως γνωστή, έχει να κάνει με το ότι την εποχή εκείνη τα αυτογκόλ δεν αποτελούσαν αντικείμενο του βιβλίου Γκίνες.

Και κάτι ακόμα: κατά τη διάρκεια της διαιτησίας, ο τότε ναυτικός ακόλουθος στο Παρίσι, επιφορτισμένος με την προβολή των Ελληνικών θέσεων στη σχετική επιτροπή, θέλησε να ευχαριστήσει τον Ιταλό ομόλογό του και προσωπικό φίλο, για τη βοήθεια που του προσέφερε στο θέμα. Μαρτυρεί λοιπόν ότι έλαβε την εξής απάντηση: «δε χρειάζεται να με ευχαριστείς, διότι η Ιταλία δεν θα ήθελε ποτέ να δει ένα τέτοιο πλοίο στην Α. Μεσόγειο».

Τα συμπεράσματα ας τα βγάλει ο καθένας μόνος του (και αν τινά των προαναφερθέντων θυμίζουν νεώτερες καταστάσεις, καλώς τις θυμίζουν).

O Αμφισβητίας

Advertisements