28η Οκτωβρίου: Τότε και Τώρα

1940

28 Οκτωβρίου, και τέτοιες μέρες όποιος έχει Ελληνική συνείδηση στρέφει τη σκέψη του στις μέρες εκείνες, τις σκληρές αλλά και περήφανες, και στον αγώνα στον οποίον οι πρόγονοί μας αποδύθηκαν, ενάντια σε κάθε λογική, για την Τιμή και την Ιδέα.

76 χρόνια μετά, όσοι δεν ζουν αποκομμένοι από την πραγματικότητα, παρατηρούν γύρω τους τα ταχέως και δυσμενώς εξελισσόμενα γεγονότα, που πλέον δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια ωραιοποίησης ή απόκρυψης από τους συνήθεις υπόπτους της ενημέρωσης, άρχοντες και χειραγωγούς της κοινής γνώμης, όσο κουρνιαχτό κι αν σηκώνουν με περισπασμούς τύπου «νόμος Παππά».

Και αναπόφευκτα, έρχονται στο μυαλό συγκρίσεις του τότε και του τώρα, συγκρίσεις θλιβερές και λίαν ανησυχητικές.

Διότι, αν και κάπως διαφορετικού περιεχομένου, μικρή έχουν απόσταση μεταξύ τους οι κομπορρημοσύνες και φωτοβολίδες που πετάει ο κουμπάρος, φίλος κλπ Ερντογάν, από τις αντίστοιχες του Μουσολίνι. Όπως και η υπερφίαλη και τυχοδιωκτική συμπεριφορά τους στην αναζήτηση της ταυτότητας της «υπερδύναμης», που, μεταξύ άλλων και σχεδόν πανομοιότυπα, καταλήγει σε αρπακτικό «άπλωμα χεριού» προς κάθε «χήρα και ορφανό» εντός ακτίνας δράσης (Αλβανία και Αιθιοπία τότε, Κύπρος, Συρία και Ιράκ τώρα). Και με μονίμως κοινό στόχο, τη χώρα μας.

Τη χώρα μας, που, κακή τη τύχη, εμφανίζει ανησυχητικά πολλές ομοιότητες στο συσχετισμό δυνάμεων απέναντι στον εκάστοτε νταή, σαν να μην έβαλε ποτέ μυαλό. Βάζοντας όπου Ιταλία, Τουρκία, και τηρώντας κάποιες αναλογίες, οι συσχετισμοί σε στρατιωτική ισχύ, αμυντική βιομηχανία, οικονομία, διπλωματία, δυναμισμό, πολιτικό βάρος κλπ είναι, λίγο πολύ, ίδιοι και χειρότεροι.

Υπάρχουν βέβαια και διαφορές, αλλά όχι υπέρ μας.

Τότε, στο τιμόνι της Ελλάδας βρέθηκε ένας Μεταξάς.

Που, παρά την κακή οικονομική συγκυρία, αγωνίστηκε και πέτυχε να ανορθώσει τις Ένοπλες Δυνάμεις από το βούρκο που τις είχαν ρίξει η αναξιότητα των πολιτικών, η παραίτηση και εσωστρέφεια που ακολούθησαν τη Μικρασιατική καταστροφή και τα αλλεπάλληλα κινήματα του μεσοπολέμου (στα 4 χρόνια διακυβέρνησης Μεταξά, διατέθηκαν υπερδιπλάσια ποσά για την άμυνα, απ’ ότι στο διάστημα 1922-1936).

Που πέτυχε να εμπνεύσει ομοψυχία και εθνική ανάταση στο λαό, για να τον ακολουθήσει ενθουσιασμένος στον κακοτράχαλο και ανηφορικό δρόμο της Δόξας.

Που, αν και καπελωμένος από το Παλάτι, δεν δίστασε να πει πολλά «ΟΧΙ» στους κάθε λογής επίβουλους, εχθρούς και «συμμάχους».

Που έβαλε την Πατρίδα πάνω από κάθε προσωπική και μικροπολιτική σκοπιμότητα.

Κανένα θέμα σύγκρισης δεν μπορεί να τεθεί, με τη στρατιά των απατεωνίσκων μεταπολιτευτικών καρπαζοεισπρακτόρων, που το μόνο που έχουν στο μυαλό τους είναι τα κελεύσματα των αφεντάδων και το τι θα προλάβουν να αρπάξουν. Και που μοιραία, κατήντησαν τη χώρα και το λαό σαν τα μούτρα τους, σε μια μόνιμη περιδίνηση κατάπτωσης και εκφυλισμού, να εμφανίζεται σαν βολική «πεσούσα δρυς» για κάθε πικραμένο.

Και εδώ βρίσκεται η πιο επικίνδυνη ομοιότητα του τότε και του τώρα. Ποιά είναι αυτή; Μελετώντας κανείς προσεκτικά τα ιστορικά δεδομένα, διαπιστώνει ότι η απόφαση του Μουσολίνι για εμπλοκή στην Ελληνική περιπέτεια, δεν ελήφθη υπό ευνοϊκές συνθήκες. Το αντίθετο.

Στον πολιτικό-διπλωματικό τομέα, όλοι οι σημαντικοί γεωπολιτικοί «παίκτες» ήταν σφόδρα αντίθετοι σε μια τέτοια κίνηση.

* Η Αγγλία, ήταν σύμμαχος της Ελλάδας και εγγυάτο την ακεραιότητά της

* Η Σοβιετική Ένωση, με το μόνιμο όνειρο της εξόδου στις θερμές θάλασσες, απαιτούσε έντονα στις διαπραγματεύσεις με τη Γερμανία την ένταξη της Τουρκίας στη δική της σφαίρα επιρροής, και έφριττε την ιδέα ότι μια δύναμη όπως η Ιταλία θα έμπαινε στο δρόμο της προς τη Μεσόγειο (που περνάει και από το Αιγαίο)

* Η Γερμανία με τη σειρά της, έφριττε στην ιδέα της Σοβιετικής δυσαρέσκειας και κατάρρευσης της λυκοφιλίας του συμφώνου Ρίμπεντροπ – Μολότωφ, τη στιγμή μάλιστα που είχε ανοιχτό μέτωπο Δυτικά.

* Και στις μακρινές, αλλά πολύ σημαντικές ΗΠΑ, μια τέτοια κίνηση έριχνε νερό στο μύλο του φιλοπόλεμου Ρούσβελτ απέναντι στους απομονωτιστές, στις επερχόμενες (τον επόμενο μήνα) εκλογές.

Μόνη ρεαλιστική λύση (την οποία και υιοθέτησε) ήταν μια αιφνιδιαστική και αστραπιαία ενέργεια, που θα έθετε άπαντες προ τετελεσμένων. Από στρατιωτικής απόψεως όμως, κάτι τέτοιο δε φαινόταν εφικτό.

* Οι δυνάμεις του εμπλέκονταν σε πολλά μέτωπα, ενώ η απόδοσή τους δεν ήταν ενθαρρυντική (τελευταίο στραπάτσο, η προσπάθεια επίθεσης στην ήδη ηττημένη Γαλλία).

* Η Αγγλική ναυτική υπεροχή στη Μεσόγειο, δεν επέτρεπε την εκμετάλλευση της μεγάλης έκθεσης της Ελλάδας στο υγρό στοιχείο. Απέμενε μόνο το μέτωπο της Ηπείρου, ευρύ περίπου όσο και του Έβρου, αλλά πολύ πιο ορεινό και δύσβατο, με λίγα περάσματα, όπου μικρές και φτωχά εξοπλισμένες δυνάμεις μπορούσαν να κρατήσουν για μεγάλο διάστημα πολύ μεγαλύτερους στρατούς, που δεν θα είχαν και χώρο ανάπτυξης (τα περί 8 εκατομμυρίων λογχών, ήταν απλώς φανφάρες). Σε όλη την υπόλοιπη συνοριογραμμή της Αλβανίας, δέσποζε η διαχρονικά εχθρική προς την Ιταλία και στρατιωτικά ισχυρή Γιουγκοσλαυία.

* Ο καιρός επίσης, μόνο ευνοϊκός δεν προβλεπόταν, αφού στις 28 Οκτωβρίου (που δεν επελέγη στρατηγικά, αλλά ως επέτειος της «πορείας προς τη Ρώμη», που έφερε το φασιστικό κόμμα στην εξουσία) ο βαρύς Ηπειρωτικός χειμώνας έχει ήδη αρχίσει να επελαύνει, δυσχεραίνοντας επιχειρήσεις και μέριμνα (και όντως δημιούργησε προβλήματα). Βέβαια οι Ιταλοί, πάντα διπρόσωποι και καιροσκόποι όπως και οι Τούρκοι, περίμεναν πρώτα να βεβαιωθούν για το ποιος έχει το πάνω χέρι στην Ευρώπη, και μόνο όταν η Αγγλία βρέθηκε απομονωμένη στη γωνία κινήθηκαν.

Μπορεί κανείς να αντιληφθεί τους υπολογισμούς του «Ντούτσε», παρατηρώντας ότι στα αντίστοιχα σχέδια επιχειρήσεων για κατάληψη της Ελλάδας, ο προβλεπόμενος χρόνος ήταν, ούτε λίγο ούτε πολύ, μόλις 15 ημέρες. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το ανάγλυφο του εδάφους, την ποιότητα των οδικών δικτύων και την κινητικότητα του Ιταλικού στρατού της εποχής (κυρίως πεζός με λίγα μηχανοκίνητα, και τα οχήματα να αναλαμβάνουν κυρίως μεταφορά υλικών , ρυμούλκηση πυροβόλων και διοικητική μέριμνα), εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι οι σχεδιαστές προέβλεπαν απλή πορεία με σποραδική αντίσταση. Τι λόγους όμως είχαν να βασίζονται στην υπόθεση ότι οι Έλληνες δεν θα αντισταθούν;

Ένας πρώτος και μεγάλος λόγος, ήταν η ψοφοδεής και καρπαζοεισπρακτορική στάση της Ελλάδας έναντι της Ιταλίας, από τον Α’.Π.Π. και τη Μικρασιατική εκστρατεία (όπου η δεύτερη παρείχε ορμητήρια-καταφύγια και υποστήριξη στους κεμαλικούς, ενώ παραβίαζε ασύστολα τον Ελληνικό αποκλεισμό των τουρκικών λιμανιών), μέχρι την κατάληψη της Κέρκυρας το 1923 και τα διάφορα επεισόδια στο Μεσοπόλεμο.

Επιπλέον, οι Ιταλοί είχαν επίγνωση από πρώτο χέρι της παρακμής των Ελληνικών Ε.Δ. και του ηθικού του λαού στο διχαστικό κλίμα του Μεσοπολέμου. Χάριν συντομίας, ας αναφερθούμε επιγραμματικά μόνο στα όσα φάνηκαν στο Βενιζελικό κίνημα του 35, όπου:

* Μείζων παράγοντας επικράτησης των κυβερνητικών, ήταν η περίφημη «πρότυπος πυροβολαρχία», όπου είχαν μαζευτεί όσα πυροβόλα είχαν απομείνει λειτουργικά (καμμιά δεκαπενταριά).

* Τα ελάχιστα πλοία του Ναυτικού που λειτουργούσαν, έπεσαν στα χέρια των κινηματιών. Σημαντικότερο αυτών το «Αβέρωφ», που ήταν παρωχημένο ήδη από το 1908 που αγοράστηκε. Μη μπορώντας να τα χτυπήσει αλλιώς, η κυβέρνηση σκέφτηκε την αεροπορική προσβολή. Και επειδή ούτε βομβαρδιστικά υπήρχαν, στράφηκε στη «φίλη» Γιουγκοσλαυία (και για τις γυναίκες τους προφανώς, στρέφονταν σε ζιγκολό). Που μάλλον άρπαξε την ευκαιρία για δωρεάν ρεαλιστική εκπαίδευση και έστειλε μερικά αεροσκάφη, τα οποία πραγματοποίησαν κάποιες προσβολές, ευτυχώς άκαρπες.

* Μετά την αποτυχία του κινήματος, οι κινηματίες πήγαν τα πλοία στη Ρόδο, όπου τα παρέδωσαν στους Ιταλούς (ήταν η πρώτη φορά, θα ξαναγινόταν με το «Βέλος»), που είχαν την ευκαιρία να δουν από πρώτο χέρι τα χάλια των Ελληνικών Ε.Δ. και το κλίμα διάλυσης και διχασμού που επικρατούσε.

Και για να είναι βέβαιοι οι Ιταλοί, προέβησαν και στις «τελικές δοκιμές», με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό της «Έλλης». Και πάλι, η Ελλάδα (με σαφείς Αγγλικές παραινέσεις) προτίμησε να το καταπιεί. Μετά από αυτό, και με «λίγη» αισιοδοξία, ο «Ντούτσε» δεν έβρισκε λόγους να αμφιβάλει για το βάσιμο των υποθέσεών του, οδηγώντας τελικά και τις δύο χώρες σε άσχημες περιπέτειες.

Η αποτροπή είναι προπάντων θέμα συμπεριφοράς και εντυπώσεων, και σε αυτό η Ελλάδα δεν είχε απλά αποτύχει, είχε πετύχει το ακριβώς αντίθετο. Αν οι Ιταλοί είχαν έστω και μία ένδειξη ότι οι Έλληνες θα αντιστέκονταν, πιθανότατα θα άφηναν το εγχείρημα για αργότερα, ή για το ποτέ. Και η Ελλάδα θα κέρδιζε, αν μη τι άλλο, πολύτιμο χρόνο.

Το ίδιο περίπου έχουμε καταφέρει και τώρα, και μάλιστα σε κακές συγκυρίες.

Για περισσότερα από 40 χρόνια (για να μην πούμε 60 και βάλε, τουτέστιν από την καταπάτηση των συνθηκών για Ίμβρο και Τένεδο), σε ένα ατελείωτο ρεσιτάλ ραγιαδισμού και υποχωρητικότητας, οι Ελληνικές κυβερνήσεις εισπράττουν ασταμάτητα καρπαζιές αποχαλινώνοντας την Τουρκική επιθετικότητα και καταβαραθρώνοντας το ηθικό λαού και στρατού. Οι μόνες αντιδράσεις τους περιορίζονται σε χαζοχαρούμενα γενικόλογα «μηνύματα» για το διεθνές δίκαιο και την «Ευρωπαϊκή προοπτική», που οι εγχώριοι χειραγωγοί της κοινής γνώμης ενίοτε βαφτίζουν «αυστηρά», και που εμφανώς προορίζονται για εσωτερική κατανάλωση (οι Τούρκοι τα απαξιώνουν πλήρως και τα τούρκικα ΜΜΕ ούτε που αναφέρονται στα περισσότερα από αυτά). Πόσο μάλλον στις παρούσες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, όπου όλο το νόημα του (ελληνικού) κόσμου περικλείεται αντί για ιδέες και ιδανικά σε λίγες λέξεις όπως «μνημόνια», «κάπιταλ κοντρόλς», «κόφτης» κλπ.

Από στρατιωτικής απόψεως, απέναντι στους φρενήρεις τουρκικούς εξοπλισμούς, οι Ελληνικές κυβερνήσεις έχουν, για περισσότερο από δεκαετία, όχι μόνο πάψει κάθε εξοπλιστική προσπάθεια, αλλά υπονόμευσαν συστηματικά και όσες είχαν ήδη δρομολογηθεί με διάφορες δικαιολογίες, όπως «υποβρύχια που γέρνουν» (όλοι οι άλλοι που τα παρήγγειλαν, όπως οι Τούρκοι, ήταν βλάκες και προφανώς φαντάστηκαν ότι οι πονηροί νεοέλληνες απλώς επεδίωκαν να εμφανίσουν λιγότερο βεβαρημένο προϋπολογισμό), ή τα ανεπαρκή ελικόπτερα που σταμάτησε να παραλαμβάνει ο Καμμένος (εξοικονομώντας κονδύλια για ρουσφέτια και δραστηριότητες φιλοξενίας απρόσκλητων). Και απέναντι στην απογείωση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, που όχι μόνο φθάνει να καλύπτει το 70% των αναγκών των Τ.Ε.Δ. σε αμυντικό υλικό κάθε είδους, ακόμη και υψηλής τεχνολογίας, αλλά κατακτά και ένα σημαντικό μερίδιο της διεθνούς αγοράς, που διαρκώς αυξάνεται, έχουμε την απαξίωση και διάλυση των ερειπίων της δικής μας.

Συνολικά οδεύουμε, αν δεν έχουμε φτάσει, σε μια κατάσταση ανάλογη με αυτή προ της Αλώσεως (προηγουμένης της οικονομικής «αλώσεως» των επιγόνων των Φράγκων του 1204).

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, κατορθώνουμε μόνο να αποθρασύνουμε τον αλαζόνα και μωρόδοξο, πλην πολύ ικανότερο των καθ’ ημάς φεγγοβολούντων μηδενικών, εθνικό κουμπάρο και νεοσουλτάνο Ερντογάν, με εμφανή τον κίνδυνο να θελήσει αψήφιστα να μας «ανέβει στο κρεβάτι», όπως όλα δείχνουν, και με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Και δεν είναι εύκολο να πει κανείς αν είναι ήδη αργά, ή όχι.

Ο Αμφισβητίας

Advertisements