Η Ζωή μετά τον θάνατο

DENKSEXNO

Αφορμή για το συγκεκριμένο κείμενο αποτελούν δύο συγκεκριμένα περιστατικά. Το πρώτο αφορά την συμπλήρωση 11 ετών, τα ξημερώματα της Πρωτομαγιάς από τον θάνατο ενός Εκλεκτού Συντρόφου και Φίλου, του Μαρίνου Χατζηκυριάκου, ύστερα από τροχαίο. Όπως και το 2005, έτσι και φέτος, η ημερομηνία συμπίπτει με το χρονικό μεταίχμιο ανάμεσα στην Ανάσταση του Μεγάλου Σαββάτου και την Κυριακή της Λαμπρής. Το δεύτερο αφορά το τροχαίο που είχε πρόσφατα ο Σύντροφος Γιώργος Π., ο οποίος όμως στάθηκε “τυχερός” μέσα στην ατυχία του, αλλά παρόλα αυτά “μας λαχτάρησε” με την περιπέτεια της σωματικής του ακεραιότητας και υγείας.

Η επετειακή ενθύμηση του τραγικού γεγονότος του Μαρίνου και η πρόσφατη περιπέτεια του Γιώργου με έκαναν να σκεφτώ κάποια πράγματα γύρω από την έννοια του θανάτου, ορισμένα εκ των οποίων θα προσπαθήσω να αποτυπώσω στον περιορισμένο χώρο ενός κειμένου. Ο θάνατος είναι ο “παγωμένος καθρέφτης” της ζωής. Και όσο κι αν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για να τον αποφύγουμε κάποια στιγμή, εντούτοις, θέλουμε να πούμε και πολύ περισσότερο να γνωρίζουμε τα πάντα γι’ αυτόν. Είτε προσπαθούμε να τον αποσιωπήσουμε, είτε να τον πενθήσουμε, είτε να τον τραγουδήσουμε, είτε να εκφράσουμε παραστατικά την απώλεια κάποιου προσφιλούς προσώπου, πάντα ο θάνατος μας αφήνει εκτός, όσο είμαστε εμείς ακόμα ζωντανοί. Προς το παρόν, μπορούμε να βλέπουμε την όψη μας στον καθρέφτη. Ωστόσο, όταν περάσουμε στην απέναντι όχθη, δεν θα μπορούμε “να πούμε” ή να “κάνουμε” τίποτα άλλο.

Γι’ αυτό, λοιπόν, ας μιλήσουμε τώρα. Για το πώς βιώνουμε τον θάνατο μέσα από την απώλεια των άλλων νεκρών. Όλοι οι άλλοι, οικείοι και ξένοι, σύντροφοι και ενάντιοι, μας δείχνουν ότι για όλα υπάρχει ένα βιολογικό τέλος. Το τέλος του θανάτου έχει μια οριστικότητα, βάζει τα όρια στην βιολογική διάρκεια της ζωής και δείχνει όσα μπορέσαμε ή δεν μπορούμε πια να πράξουμε. Αναμφισβήτητα, είναι δύσκολο να αποδεχθούμε τον θάνατο κάποιου προσφιλούς προσώπου. Το πρώτο που κάνουμε μόλις συμβεί, είναι να αρνηθούμε ενστικτωδώς ότι συνέβη. Όταν, μάλιστα, είναι τόσο αναπάντεχος, τότε η πρώτη αντίδραση μετά την ενστικτώδη άρνηση είναι το μούδιασμα. Αφού, όμως, καταλαγιάσει το ξάφνιασμα, έρχονται μυριάδες σκέψεις, πολλές φορές αντιφατικές μεταξύ τους. Εκείνο το οποίο τώρα πρέπει να σκεφτούμε είναι το πώς τελειώνει ένας άνθρωπος, μέσα από το σύνολο δηλαδή των πράξεών του ως ζωντανός.

Ο Χάιντεγκερ είχε δίκιο όταν στοχάστηκε πάνω στην απώλεια και την εξαφάνιση. Έλεγε, λοιπόν, ότι η απουσία μας βοηθάει να αντιληφθούμε την παρουσία. Επομένως, όσοι παραμένουμε ακόμη ζωντανοί και όσοι θα έρθουν μετά από εμάς έχει αξία να αντιληφθούμε το νόημα της ρήσης του Χάιντεγκερ και να διατηρήσουμε ζωντανές όχι μόνο στην μνήμη αυτών που συμπορεύθηκαν μαζί μας στον δρόμο της Τιμής και την αναζήτηση της Ευτυχίας, αλλά και να συνεχίσουμε ακράδαντα και με μεγαλύτερη ορμή όλα όσα υπερασπίστηκαν, μοιραζόμενοι μαζί μας τις χαρές και τις λύπες, τις καλές και τις κακές στιγμές, τις νίκες και τις ήττες στις καθημερινές μάχες της ζωής. Στο όνομα της αντιφυσικής παγκοσμιοποίησης και της ισοπεδωτικής νεωτερικότητας ο σύγχρονος άνθρωπος, καταβεβλημένος και εξουθενωμένος από τον τρόπο ζωής που του έχει επιβληθεί, προσπαθεί να αποφύγει ό,τι δεν του αρέσει, ό,τι τον πονάει δημιουργικά, ό,τι τον ξεβολεύει από την νοσηρή αδράνεια, καταλήγοντας να πολεμάει την ίδια την φύση του. Ψάχνοντας, λοιπόν, το τέλειο, ας μην ξεχνάμε ότι αυτό δεν υφίσταται, παρά μόνο σε ό,τι λέει το όνομα: στο τέλος. Η τελειότητα είναι η ολοκλήρωση, η οποία έρχεται ενώνοντας τα κομμάτια του παζλ γύρω από τις πράξεις της ζωής μας, η οποία φυσικά δεν μπορεί να έχει σχέση με την επέλαση της ομοιοπαγίδας, το τέλμα της μετριότητας, την εφήμερη μόδα, την εθνική αποδόμηση, την κοινωνική απάθεια, την ανθρώπινη ψυχρότητα, την αποθέωση του ατομικισμού, τον θρίαμβο του μαζανθρώπου. Η ολοκλήρωση, λοιπόν, της τελειότητας έρχεται μέσα από την άθροιση όλων των ενεργειών της ζωής μας και εφόσον αυτές συνάδουν με όλα όσα ισχυριζόμαστε ότι υπερασπίζουμε και κυρίως το αποδεικνύουμε εμπράκτως με τις πράξεις μας.

Οι Χρυσαυγίτες, Άνδρες και Γυναίκες δεν είναι αόριστοι “επαναστάτες”, αλλά συγκεκριμένοι εξεγερτές ψυχών. Παρόλα αυτά είναι περιττό για την Αξιοπρέπειά τους να περιμένουν “αγιογραφίες” εν ζωή και να είναι ικανοποιημένοι με την τεχνητή μετατροπή τους σε χάρτινους “ήρωες”, οι οποίοι έχουν “ικανότητες” υπεράριθμες στην μυθιστορηματική τους μορφή, αλλά ανύπαρκτες στην πραγματικότητα. Ας γίνει, λοιπόν, αντιληπτό ως μια Αξιακή Αρχή ότι ο θάνατος δεν σημαίνει και την πλήρη εκμηδένιση του Ανθρώπου. Κάθε νεκρός εξακολουθεί να ζει απεριόριστα μέσα από τις πραγματώσεις της ζωής του. Πραγματώσεις, οι οποίες συνεχίζουν να κινούν τον αέναο τροχό της δημιουργίας και της εξέλιξης. Έτσι, σ’ όλες τις Εξαιρετικές εκδηλώσεις της Ζωής ο Σημαντικός Άνθρωπος εξακολουθεί να επιζεί και μετά τον θάνατό του. Επομένως, ας σκεφτόμαστε ταυτόχρονα σαν να πρόκειται να πεθάνουμε αύριο, αλλά και σαν να μην πρόκειται να πεθάνουμε ποτέ. Ακριβώς, για να “προλάβουμε” να πράξουμε όσο το δυνατόν περισσότερα, αλλά και έχοντας την “σιγουριά” ότι είμαστε άτρωτοι στην φθορά του Χρόνου.

Για τον Μαρίνο, που έφυγε από κοντά μας λίγο πριν την Αυγή της Λαμπρής του 2005, για τον Γιώργο και τον Μάνο που έπεσαν στις “Θερμοπύλες” της Λεωφόρου Ηρακλείου από τις σφαίρες των αλητών, αλλά και για τον Αλέξανδρο που την βραδιά εκείνη νίκησε τον θάνατο με το ψυχικό σθένος ενός Συνειδητοποιημένου Χρυσαυγίτη και τον Γιώργο που συνεχίζει κι αυτός να μας συντροφεύει. Για όλους όσοι έφυγαν, όσοι μένουν ακόμη κοντά μας και για όσους θα έρθουν, ας έχουμε υπ’όψιν μας ότι η ανθρώπινη ζωή είναι περιορισμένη, αλλά κάποιοι μέσα από τις πράξεις τους θα ζουν για πάντα!

ΖΗΤΩ Η ΝΙΚΗ!

Advertisements