Η κα Βάγια κρύβει τα «μαύρα ταμεία»: Το ταληράκι της Χρυσής Αυγής

402940967

Κάθε πρώτη του μηνός η κ. Βάγια έρχεται στην τράπεζα που δουλεύω, για να πάρει τη σύνταξη της. Εδώ και τέσσερα χρόνια, συνεχώς. Αλλά δεν πάει ποτέ σε άλλο ταμείο. Έρχεται σε μένα…

-Ναι ‘μαι πάλι εδώ, Δώρα μου!
-Χαίρομαι που είστε εδώ, κ. Βάγια…
Μ’ αρέσει αυτή η γυναίκα. Μου λέει ότι κοντεύει να πατήσει τα ενενήντα, αλλά εμένα μου φαίνεται σαν παιδί. Παίρνει 564 ευρώ. Ξέρω. Εγώ της τα δίνω… Πως ζει, μ’ αυτά τα λεφτά; Μην με ρωτάς… Αλλά με το που θα τη δεις, το αισθάνεσαι αμέσως… Η γυναίκα είναι Κυρία! Και μ’ ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, σαν ουράνιο τόξο…
Όποτε έχει κόσμο, κάθεται σε μια καρέκλα και περιμένει υπομονετικά. Αρνείται να την εξυπηρετήσω κατά προτεραιότητα, εξαιτίας της ηλικίας της. Και μια φορά που δοκίμασα να το κάνω, με μάλωσε:
-Δεν γέρασα και τόσο, βρε Δώρα μου…

Την ξέρουν όλοι στην τράπεζα. Αλλάζει και μια κουβέντα με τη διευθύντρια. Την ξέρεις κι εσύ… Παλιά ήταν πελάτισσα σου. Αλλά τώρα έχουν αδυνατίσει πολύ τα μάτια της και δεν μπορεί να διαβάζει πια.
Η γυναίκα αυτή είναι όλο φως. Ένα πράγμα μοναχά είναι σκοτεινό απάνω της. Κάθε φορά που παίρνει τη σύνταξη της, βγάζει ένα πεντάνευρο και μου το δίνει να το καταθέσω στον λογαριασμό της Χρυσής Αυγής!
Ξέρεις… Είναι ένας λογαριασμός που τον δίνει η Χρυσή Αυγή στο διαδίκτυο, για να την ενισχύουν οικονομικά όσοι θέλουν, επειδή δεν παίρνει κρατική επιχορήγηση και δεν υπάρχουν από πουθενά αλλού έσοδα.
Την πρώτη φορά που μου το είπε, τα έχασα…
Η κ. Βάγια χρυσαυγίτισα; Πού να το πω και ποιος να με πιστέψει… Και δεν το αμελεί ποτέ.
Με το που της μετράω τα 564 ευρώ, κατευθείαν βγάζει το ταληράκι…
-Ξέρεις εσύ, Δώρα μου
-Ναι, ξέρω κ. Βάγια…

Αυτό τον μήνα όμως η κ. Βάγια δεν ήρθε στην τράπεζα. Πέρασε η πρώτη του μηνός, πέρασε η δεύτερη, ήρθε τρεις του Σεπτέμβρη και δεν την είχα δει. Πέμπτη μεσημέρι, με το που σχόλασα, πέρασα από το σπίτι της. Μου άνοιξε η ίδια, αλλά φορούσε μιαν ιδρωμένη νυχτικιά κι έκανε μπαμ ότι μετα βίας είχε σηκωθεί από το κρεβάτι.
Ήταν κατάχλωμη, φανερά καταβεβλημένη…
-Πυρετός Δώρα μου…
-Σας είδε γιατρός κ. Βάγια;
-Θα με δει… Όταν έρθει η ώρα μου… Αλλά δεν ήρθε ακόμα…
Επέμενε να με κεράσει κάτι, αν και δυσκολεύονταν να φτάσει μέχρι την κουζίνα της.
Την έπεισα να ξαναπέσει στο κρεβάτι.
-Έχεις κανέναν συγγενή κ. Βάγια, να σε φροντίσει;
-Έχω τα παιδιά μου αλλά δεν πρόκειται να τους φορτωθώ. Έχουν κι αυτά τα προβλήματα τους…
Αλλάξαμε δυο τυπικές κουβέντες και μετά της είπα ότι θα μπορούσα να της φέρω εγώ τη σύνταξη, στο σπίτι, αρκεί να μου υπέγραφε ένα έντυπο της τράπεζας…
-Σ ευχαριστώ βρε Δώρα μου… Με σώζεις…
Υπέγραψε το έντυπο κι εγώ πήρα την τσαντούλα μου να φύγω. Με έπιασε όμως από τον καρπό…
-Μην ξεχάσεις το ταληράκι της Χ.Α.

Ξαναέκατσα πλάι της στο κρεβάτι.
-Πες μου μωρέ κ. Βάγια, γιατί δεν το καταλαβαίνω… Είναι δυνατον εσύ να είσαι φασίστρια; Σ αρέσουν αυτοί οι μπράβοι, που πλακώνουν τον κόσμο στο ξύλο;
-Άκου Δώρα μου… Τον πατέρα μου τον είχανε πιάσει οι Γερμανοί στην κατοχή και τον δέρνανε οχτώ ώρες στη Μέρλιν, όπου ήτανε τότε τα κρατητήρια της Γκεστάπο. Μετά την απελευθέρωση τον ξαναπιάσανε οι τσολιάδες και τονε δέρνανε άλλες οχτώ ώρες. Το σπίτι αυτό που βλέπεις, προτού γίνει πολυκατοικία, ήταν τα πατρικό μου σπίτι. Ένα όμορφο δίπατο με κληματαριά στην εσωτερική αυλίτσα.
Απάνω έμεναν ο αδερφός του πατέρα μου με την οικογένεια του και κάτω εμείς. Κι απάνω και κάτω, όλοι οι τοίχοι, είχανε φωτογραφίες του Βελουχιωτη, του Ζαχαριάδη, του Μαρξ και του Μπελογιάννη. Η βιβλιοθήκη μας όμως περιείχε όλους τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, μαζί με την ιστορία του Κορδάτου, που ο πατέρας την είχε τοποθετήσει πλάι στα απομνημονεύματα του Τσώρτσιλ… Ο αέρας του σπιτιού μας μύριζε επανάσταση αλλά και ερωτήματα.
-Η αλήθεια Βάγια μου, έλεγε ο πατέρας… είναι ο δρόμος για την αλήθεια, που θα πάρει ο καθένας μοναχός του… Αν σταματήσεις, παύει να είναι αλήθεια…
Μην μου λες λοιπόν εμένα για φασίστες. Τους φασίστες τους εφευρίσκουνε αυτοί που χρειάζονται άλλοθι για τα κρίματα τους…

Αυτή η γειτονιά Δώρα μου αργοπεθαίνει μέρα με τη μέρα. Ξέρεις όμως, πριν από λίγα χρόνια δεν ήταν έτσι. Είμαστε ακόμα ζωντανοί και κρατούσαμε ζωντανές και τις μνήμες μας.
Γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Λέγαμε μια καλημέρα. Ο κόσμος ήταν ακόμα ζωντανός. Οι μνήμες μας, οι έρωτες μας, οι θάνατοι μας, τα λάθη μας, οι ελπίδες μας, βγαίνανε τα απογευματάκια βόλτα στην πλατεία. Ακόμα και τις ώρες όπου αδειάζανε οι δρόμοι και τα παγκάκια, απομένανε οι καληνύχτες μας, να δροσίζουν τις μουριές, ως το άλλο πρωί…
Αυτά όλα τέλειωσαν.
Ο κόσμος μου πέθανε, Δωρα… Η γειτονιά μου κατάντησε ένας πύργος της βαβελ. Οι δρόμοι μου άδειασαν… Δεν λέω ότι όλοι αυτοί οι ξένοι που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στη γειτονιά μου είναι καλοί ή κακοί. Όπως σε όλους τους λαούς, φυσικά ανάμεσα τους θα υπάρχουν και οι καλοί και οι κακοί.
Όχι δεν θα τους κρίνω εγώ. Αν έχει συντελεστεί ένα έγκλημα σ’ αυτή την πατρίδα, θα το κρίνει η ιστορία. Εγώ απλώς λέω, ότι ο δικός μου κόσμος έφυγε. Μπορεί να ήταν ένας ωραίος κόσμος ή ένας άσχημος κόσμος και να του άξιζε να εξαφανιστεί. Δεν ξέρω… Ξέρω όμως ότι ηταν ο δικός μου κόσμος…

Οι νέοι όχι μόνο δεν νοιάζονται που πεθαίνει ο κόσμος μας αλλά δείχνει να τους αρέσει κι όλας… Ίσως προτιμούν αυτή την πολυγλωσία, αυτό το ανακάτωμα φυλών, χρωμάτων και αναμνήσεων, όπου ο καθένας δεν έχει να μοιραστεί τίποτα με κανέναν. Ήταν που ήταν απάνθρωπες οι πόλεις μας, τώρα εξελίσσονται σε στρατόπεδα μοναχικών σκλάβων, που τους σέρνουν τα αφεντικά τους από τις ψευδαισθήσεις τους…

Ο τόπος μας, είναι ένα δάσος που το κόβουν ανάποδα. Δεν σπάζουν τα κλαριά ή τις κορφές του, για να μην φανεί η λεηλασία τους.
Κόβουν όμως τις ρίζες του. Και χωρίς ρίζες, οι φυλωσιές θα ξεραθούν πολύ γρήγορα…
Η Βίβλος το λέει μια χαρά, Δώρα μου… Όταν ο Θεός θέλησε να τιμωρήσει τον άνθρωπο για την αλαζονεία του, έκαμε στους εργάτες της Βαβελ, να μιλούν άλλες γλώσσες. Και ο πύργος τους γκρεμίστηκε, όπως θα γκρεμιστούν αύριο οι χάρτινοι πύργοι των ψευδαισθήσεων για έναν κόσμο χωρίς σύνορα και έθνη…
Αν ήμουν πιο νέα ίσως να είχα το κουράγιο να πολεμήσω για τον δικό μου κόσμο… Τώρα όμως είμαι πολύ γριά για να κάμω οτιδήποτε. Απλά αποσύρομαι. Αποσύρομαι από την πλατεία, που την κατέχουν πια ξένοι άνθρωποι, που δεν τους καταλαβαίνω και δεν με καταλαβαίνουν. Αποσύρομαι από τις μουριές μου, που δεν ποτίζονται πια από τα πάθη μας και από τους καημούς μας… Μόνο ένα πράγμα μπορώ ακόμα να προσφέρω. Πολύ λίγο δυστυχώς, αλλά μόνο αυτό μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου…

Το ταληράκι της Χρυσής Αυγής, Δώρα μου…
Το ταληράκι για τα παιδιά που μείνανε να πολεμάνε ακόμα γι αυτόν τον τόπο… Το ταληράκι για να μείνει ζωντανό ένα όνειρο…

Θα μου πεις… Πολύ λίγο για κάποιους που διακινδυνεύουν τόσα πολλά.
Ναι… Πολύ λίγο… Μακάρι να μπορούσα να δώσω κι άλλα. Μακάρι να μπορούσα να είμαι μαζί τους, όταν στέκονται απέναντι στο μαχαίρι του ξένου. Μακάρι να με βάσταγαν τα πόδια μου, να σηκώσω μια ελληνική σημαία στο μνημείο των Θερμοπυλών…
Γιατί, κακά τα ψέματα, Δώρα μου… Αλλά αν λείπανε αυτοί, δεν θα υπήρχε κανένας, που να μας θυμίζει τη λέξη Ελλάδα.
Ας τα λένε φασίστες τα αγόρια και τα κορίτσια της Χρυσής Αυγής. Χάρις σ αυτά τα παιδιά ζούν ακόμα οι αναμνήσεις μας. Και οι κόκκινες και οι μαύρες και οι γαλάζιες και οι ροζ αναμνήσεις μας. Γιατί αλλιώς θα είχανε ποδοπατηθεί στον συνωστισμό της προδοσίας…
Το ταληράκι της Χρυσής Αυγης, Δώρα μου… Μην το ξεχάσεις, να το καταθέσεις. Θέλω να μείνουν ζωντανά αυτά τα παιδιά… Είναι το μοναδικό λίπασμα γι αυτές τις ρίζες που τις κόβουν ανελέητα τα αφεντικά του κόσμου…
Δεν μπορώ, δεν έχω το κουράγιο, δεν έχω το θάρρος, δεν έχω τις δυνάμεις για να σταθώ πλάι τους. Έχω όμως αυτό το ταληράκι…

ΠΗΓΗ

Advertisements