Έλληνες ή Ραγιάδες;

TSOLIADES

Ποιο θα είναι το Αύριο, ρωτάς, πιασμένος από ερωτήματα παλιά, χωρίς ουσία κι αντίκρισμα κανένα πια. Καινούριος κόσμος και πρέπει εσύ να αποφασίσεις, θα ζήσεις Έλληνας ή Ραγιάς; Δικαιολογίες δεν υπάρχουν. Τελειώσανε το βράδυ της 1ης του Νοέμβρη. Μπαίνουν τελείες σε κάθε αμφιβολία στα κελιά αυτών που διάλεξαν την ελευθερία.

Κοίταξε πώς έχει. Είναι αυτοί που ψάχνουν να τελειώσουν την Ελλάδα. Με συμβόλαια και υπογραφές που δεν τους δώσαμε εμείς, ο λαός, δικαίωμα να βάλουν.

Δεν μας αρέσουν τα ύπουλα παιχνίδια τους, δεν θέλουμε πια να κυβερνούν οι βρωμεροί, ούτε οι ανήμποροι να πούνε όχι.

Όσοι δεν κάνουν για τη δουλειά της Πατρίδας, ήρθε η ώρα να αλλαχτούν. Είπαν ψέμματα, κορόιδεψαν, διέλυσαν, κλείσαν μαγαζιά και σπίτια, κατέστρεψαν κόσμο. Κι έχουν το θράσος να μας κουνούν το δάχτυλο. Να μας λένε τι είμαστε και τι δεν είμαστε. Αν πρέπει να μιλάμε και αν μιλάμε να λέμε τι. Είναι απατεώνες. Όχι πολιτικάντηδες Μαυρογιαλούροι με ψεύτικα γιοφύρια. Κοινοί απατεώνες. Κάνουν άδικο, κάνουν κακό και το ξέρουν. Δεν είναι αμέλεια. Είναι προμελέτη. Μια ολόκληρη χώρα, ένας ολόκληρος λαός τους κοιτάει. Τους έχει κλειδώσει στη ματιά του. Βράζει το καζάνι. Δεν τολμούν να βγουν έξω από την πόρτα τους χωρίς είκοσι φανερούς κι άλλους τόσους κρυφούς να τους φυλάνε απ’ την αγάπη του λαού. Κάθε μέρα που περνά βυθίζουν τη χώρα στο χάος και το λαό στον τρόμο και τη θλίψη. Οι δημοκράτες έγιναν δήμιοι. Και μιλάνε, νομοθετούν, ψηφίζουν, αποφασίζουνε ακόμα.

Σε ποιο θεό θυσιάζει τούτος ο λαός; Στους καφενέδες στα στέκια και τα φαγάδικα η νεολαία κοπροσκυλιάζει. Όχι όλη. Στα πεζοδρόμια αργοπεθαίνει με μια σύριγγα στο χέρι. Όχι όλη. Είναι αυτό Ελλάδα; Είναι αυτό ζωή; Ως πότε κολλημένοι στο ψέμμα οι Έλληνες θα βλέπουν τα παιδιά τους να χάνονται χωρίς όραμα κι ελπίδα, χωρίς προοπτική; Διαβάτες σε μια ζωή που ορίζουν άλλοι. Ζωή φαντασιακή, άπιαστη, ψεύτικη, ηλεκτρονική. Ως πότε νέοι και γέροι περιμένουν το σωτήρα να κάνει τη δική τους δουλειά;

Έθνος οκνηρό βουτηγμένο στα πάθη της ερήμου. Ξύπνα!
Βάλε μπροστά τη σκέψη σου και θα αλλάξεις τον κόσμο όλο.

Τριάντα χρόνια οραματίστηκες ομαδικά την «παγκόσμια ειρήνη». Σε τελετές που σου υπέβαλλαν έκαψες τα παιχνίδια των παιδιών σου για να ‘ρθεί η «συναδέλφωση». Άλλαξες τη σκέψη σου την ελληνική και γκρέμισες την Ελλάδα που είχες βαλμένη στο κοίλο του χεριού σου.

Σε γέλασαν, μάλιστα, μα όσα ψέμματα αν σου πουν και όσα ψέμματα αν πεις, δεν μπορείς να ξεγελάσεις τον εαυτό σου.

Μέσα σου κυλάει σίδερο το Αίμα. Αυτό γυρίζει το τιμόνι εκεί που πρέπει. Στην Ελλάδα.

Πόση δύναμη έχουν οι σκέψεις των Ελλήνων! Αν ο Λεωνίδας δεν βάδιζε στις Θερμοπύλες; Αν δεν είχε κάνει εκείνο το πρώτο βήμα προς το Βοριά; Αν ο Θεμιστοκλής κλεινόταν στα τείχη της Ακρόπολης; Αν ο Παλαιολόγος είχε πει ναι αντί για όχι; Αν ο Παπαφλέσσας δεν έκανε για ταμπούρι του λίγες πέτρες στο Μανιάκι; Αν ο Υψηλάντης δεν είχε αφήσει το σαλόνι του; Αν ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ξεφύγει του Τούρκου, να ξεπληρώσει εκείνο το χαστούκι;

Τούρκοι θα ήμασταν, ανατολίτες οκνηροί και ράθυμοι, χωμένοι στην δεισιδαιμονία και το φόβο, τη δουλεία και τη μιζέρια. Βάρβαροι, με βάρβαρη λαλιά, βάρβαρη σκέψη.

Χάρις σε Εκείνους, τους λίγους που τους έλεγαν τρελούς, ξαναγίναμε πριν δυο αιώνες ελεύθεροι. Ελεύθεροι να ζήσουμε, μα όχι να πουλήσουμε την Πατρίδα που μας παρέδωσαν. Ελεύθεροι να ζήσουμε ή να πεθάνουμε Σκλάβοι ή Έλληνες. Διαλέξτε.
Οι σκλάβοι τώρα κάντε στην μπάντα. Κλάψτε, καταραστείτε, βογκήξτε για τη μοίρα σας. Μα κάντε στην άκρη. Αν έχετε μια ελπίδα, είναι οι λίγοι, οι τρελλοί, αυτοί που πίστεψαν σε ένα Θεό που έταξε ελευθερία, αυτοί που στις ψυχές τους σηκώθηκε αεράκι πρωινό και πήραν εμπρός τα καράβια της Φυλής. Εμπρός, φωνάζει η ψυχή. Περίμενέ με, της λέει το μυαλό, όταν σου πω. Πάμε μαζί, του απαντά. Λίγο ακόμα, σκέψου, να ζήσεις ήρθε η ώρα σαν Έλληνας, να ζήσεις όπως σου αξίζει. Σκέψου. Αποφάσισε. Ξεκίνα.

Η ΟΧΙΑ / εφημερίδα «ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ»

Advertisements